Make your own free website on Tripod.com

Εξέρυθρα παρίσθμια

 

Ο Γιάννης ανήκει στη φυλή των ορκισμένων εργένηδων. Είναι ελεύθερος αλλά έχει ένα παιδί, τον Ιάσονα. Τον πατέρα του τον έλεγαν επίσης Γιάννη, έτσι αποφάσισε, σπάζοντας την μονοτονία της μεταφοράς του ονόματος να τον ονομάσει Ιάσονα, πολύ κοντά στο όνομα Ισμήνη της αδιάφορης και λίγο παρανοϊκής μητέρας του.

Ο Ιάσονας ήταν από μικρός ασθενικό παιδί, στερήθηκε άλλωστε όλο τον ποταμό των βιταμινών που του αντιστοιχούσαν από το μητρικό στήθος, στερήθηκε επίσης την προσοχή που του άξιζε όσο ήταν πολύ μικρός, μιας και ο πατέρας του δεν θα μπορούσε ποτέ να χαρακτηρισθεί σαν υπόδειγμα γονιού.

Τα καλοκαιρινά ρούχα του Ιάσονα ήταν ένα μπλουζάκι, τα χειμερινά τρία μπλουζάκια, τα ανοιξιάτικα και τα φθινοπωρινά του ρούχα δύο μπλουζάκια. Έτσι δεν υπήρχε καμία διακύμανση στο θέμα της ποιότητας παρά μόνο στην ποσότητα αυτός ήταν και ο χαρακτήρας του Γιάννη.

Ο Γιάννης την άντεχε αυτή τη ζωή, είχε συνηθίσει και τα έβγαζε πέρα. Ο Ιάσονας όμως κινδύνεψε πολλές φορές να παραδοθεί ολοκληρωτικά στις ισχυρότατες λοιμώξεις που τον ταλαιπωρούσαν, συνήθως στις αλλαγές των εποχών, όταν ως συνήθως, ο Γιάννης προσπαθούσε να αυτοσχεδιάσει στην γκαρνταρόμπα τους, αφήνοντας ανοχύρωτο τον κακομοίρη τον Ιάσονα.

Η φύση όμως και τα στοιχεία της δεν συγχωρούν τις ατέλειες, έτσι μια Κυριακή πρωί ο Ιάσονας έχασε τη μιλιά του. Ο κατακόκκινος και ερεθισμένος λαιμός του τον υποχρέωνε να βήχει και να δακρύζει μπροστά στον πατέρα του για αρκετή ώρα μέχρι να τον κοιτάξει και να καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Έτσι υποχρεωτικά μετακινήθηκε από το κρεβάτι του στην αγκαλιά του πατέρα του και από την αγκαλιά του πατέρα του στα εξωτερικά ιατρεία του Παίδων.

Η ίωση που ταλαιπωρούσε τον Ιάσονα προκάλεσε την προσοχή της πονόψυχης και νεαρής παιδιάτρου, που παρ’ όλο το φόρτο της δουλειάς, του αφιέρωσε είκοσι ολόκληρα λεπτά. έχει λαρυγγίτιδα είπε στον Γιάννη, θα πρέπει να μείνει στο νοσοκομείο μερικές ημέρες. Ο πατέρας του σχεδόν έγνεψε, δείχνοντας κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν κατάφαση.

Τα ξεπερασμένα ειδύλλια μεταξύ γιατρών και ασθενών ελάχιστα ενδιαφέρουν το παρόν κείμενο, ποτέ όμως δεν θα μας άφηνε αδιάφορους, το αυθόρμητο ενδιαφέρον του Ιάσονα για τη νεαρή γιατρό και το πάθος της νεαρής γιατρού για τον ενδιαφέροντα και προκλητικά αδιάφορο Γιάννη. Το τρίγωνο που προκάλεσαν οι ερεθισμένες αμυγδαλές και ο λάρυγγας του Ιάσονα, δημιούργησε μια αλυσίδα πάθους που στο τέντωμά της θα προκαλούσε σειρά καταστροφών που κανένας δεν θα ήταν έτοιμος να υποστεί, κυρίως ο Γιάννης.

Η μισοξεκούμπωτη νεαρή γιατρός ήταν για τον Ιάσονα η πεμπτουσία της παρουσίας του στη γη. Ο ασύλληπτα κοιμισμένος Γιάννης ήταν για τη νεαρή γιατρό η διάψευση κοσμοθεωρίας της. Το απόλυτο χάος ήταν για τον Γιάννη ο πιο οργανωμένος τρόπος αντίληψης της ζωής. Ο καθένας από το δικό του μετερίζι ζούσε τη δική του πραγματικότητα. Ο μικρός ζούσε το πάθος, ο μεγάλος κάρφωνε το βλέμμα του στον ορίζοντα και το τρίτο πρόσωπο έπαιζε το ρόλο του αρμού, πολλές φορές επιδέξια.

Το εξιτήριο του Ιάσονα και η αποχώρηση μπαμπά και γιου από την κλινική, αντί να θέσει τέλος στη δοκιμασία της οικογένειας, άνοιξε ένα νέο κύκλο στο πάθος του Ιάσονα και της νεαρής γιατρού έτοιμο να αφομοιώσει και τον μέχρι πρότινος αμέτοχο Γιάννη.

Η πρώτη επίσκεψη της νεαρής γιατρού στο σπίτι του Γιάννη έγινε δύο μόλις μέρες μετά την έξοδο του Ιάσονα από το νοσοκομείο. Βαμμένη έντονα και ντυμένη με χυδαίο και άκομψο τρόπο έκανε το μικρό Ιάσονα να κοντεύει να χάσει την καρδιά του από τα χτυπήματα. Για πρώτη φορά και ο Γιάννης έδειξε να προσέχει την παρουσία της γυναίκας και να εστιάζει απρόσεχτα και ανεπιτήδευτα το βλέμμα του στα πόδια της καθώς της μιλούσε.

-          Είναι ο Ιάσονας καλά τώρα, είπε με σχεδόν ηλίθιο τρόπο ο Γιάννης.

-          Θα του περάσει εντελώς, συμπλήρωσε επίσης ηλίθια η νεαρή γιατρός.

-          Κάνατε χορό όταν ήσασταν μικρή, ρώτησε ο Ιάσονας ανατρέποντας τα δεδομένα και χωρίς να αφήσει τη γυναίκα να απαντήσει, συμπλήρωσε: έχω ακούσει ότι οι χορεύτριες κάνουνε σφιχτά μπούτια και κοκκαλιάρικους ώμους, όπως εσείς.

Ο προσποιητά αμήχανος Γιάννης της πρόσφερε τσιγάρο.

-          Ευχαριστώ, είπε η νεαρή γυναίκα.

-          Καπνίζετε, ρώτησε ο Ιάσονας, δεν χορεύετε πια;

-          Δεν χόρευα ποτέ, του απάντησε.

-          Έχετε όμως σφιχτά μπούτια, πως το δικαιολογείτε;

Ο Γιάννης της άναψε το τσιγάρο. Ο Ιάσονας σηκώθηκε από τη θέση του και πλησίασε τη νεαρή γυναίκα, με μία αρμονική κίνηση άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το δεξιό μηρό της αμήχανης γυναίκας.

-          Ωραία, είπε ο Ιάσονας, καλύτερα απ’ ότι φαίνονται. Ο Γιάννης κοίταζε στο πάτωμα.

-          Σας αγαπώ, της είπε ο Ιάσονας, σας ποθώ όμως περισσότερο. Έτσι σήκωσε το χέρι του και χάιδεψε το στήθος της. Η νεαρή, καρφωμένη στον καναπέ τον παρακολουθούσε λες και δεν ήταν δικό της το σώμα που εξερευνούσε τόσο επιδέξια ο μικρός.

Η εικόνα των τριών πρωταγωνιστών από μακριά, με έντονα αλλά αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά και με τα κύματα των σωμάτων, τα ακατανόητα, έμοιαζαν πολύ με τα πρώτα αναγνώσματα του Γιάννη, τότε που τον Καβάφη, φοβισμένος, τον έκρυβε κάτω από το μαξιλάρι του, για να μην ομολογήσει στον ίδιο του τον εαυτό ότι τον πόθο και την ελάχιστη γαλήνη, ήταν υπερήφανος που τη βίωνε.

Έτσι υπερήφανος και ακίνητος έβλεπε το γιο του να χαϊδεύει και να φιλάει με πάθος την ακινητοποιημένη νέα γυναίκα που ανταπέδιδε στον πόθο του νεαρού παιδιού τις βαθύτερες των αναπνοών της.

Οι επισκέψεις της νεαρής γιατρού από τότε έγιναν ρουτίνα και πάγια σχεδόν η εικόνα του Γιάννη στην αγαλμάτινη πόζα απέναντι στην όλο και πιο ενδοτική νεαρή γυναίκα και τον όλο και πιο παρανοϊκό Ιάσονα που την υποχρέωνε σιγά σιγά να αποδεχτεί το ρόλο που είχε από την περίοδο της λαρυγγίτιδας εμπνευστεί. Ο καναπές, τα αποτσίγαρα στο τασάκι, το ποτό του Γιάννη, τα μισοβγαλμένα ρούχα της νεαρής, οι βρισιές του μικρού, τα χτυπήματα πάνω στην άλλοτε έκπληκτη άλλοτε παρακλητική της έκφραση, τα μακό μπλουζάκια του Γιάννη που κάποτε θα φορούσε ο Ιάσονας, οι φωτογραφίες της μητέρας του Ιάσονα πάνω στο τραπεζάκι, τα αταίριαστα έπιπλα που ποτέ δεν ξεσκονίστηκαν, τα βιβλία του Γιάννη, η αλληλογραφία του Γιάννη μ’ έναν φίλο του από το στρατό, οι ήχοι της νύχτας, οι ήχοι της ημέρας.

Το καλοκαίρι, ο Γιάννης πήγε μαζί με το γιο του και τη νεαρή γυναίκα διακοπές, τον Σεπτέμβριο ο Γιάννης παντρεύτηκε τη νεαρή γιατρό σ’ ένα ερημοκλήσι στην Αμοργό. Απέκτησαν ένα παιδί, τον Γιάννη. Το μικρό Γιάννη βάφτισε ο Ιάσονας το επόμενο καλοκαίρι, σ’ ένα ερημοκλήσι στους Παξούς. Ο Ιάσονας αγαπούσε τον μικρό Γιάννη, περισσότερο σαν αδερφό του.

 

 

 

 

Makis Chrisostomidis

 

Πίσω