Make your own free website on Tripod.com

Βήματα που δεν κάνω που είναι δυο φορές βήματα[1]

Οι υπερρεαλιστές στην Ευρώπη εμφανίστηκαν την περίοδο που έπρεπε οπωσδήποτε να εμφανιστεί κάτι. Δεν υπήρχε μεν κενό πρωτοποριών[2], υπήρχε όμως κενό συνωμοσίας εντός εισαγωγικών. Έμελλε το ρόλο του αρχισυνωμότη να τον παίξει ο εορτάζων.

Ο χαρακτηρισμός του συνωμότη είναι βαρύς. Ο στόχος του όμως το δικαιολογεί. Επιχείρησε και πέτυχε το μάζεμα μιας ομάδας ανθρώπων για την επίτευξη ενός βίαιου σκοπού: Την ανατροπή κάθε αισθητικού, ηθικού και κοινωνικού δεδομένου, αν αυτό δημιουργούσε εμπόδια στην έκφραση μιας ιδιότυπης γραφής, πράξης, εικόνας, κίνησης, επιθυμίας της υπερρεαλιστικής.

Μπορεί να γράψει κανείς αμέτρητες σελίδες για εκείνη την περίοδο, αυτό όμως έχει ήδη γίνει, με καλό ή κακό τρόπο. Οι πιο πολλές αναφορές βέβαια γραμμένες με την τεμαχιστική λογική της μελέτης προσβάλλουν περισσότερο παρά αποκαθιστούν την αλήθεια. Δεν μπορείς να ερμηνεύσεις με οργανωμένα δοκίμια τη μαγεία της αποδιοργάνωσης.

Οι από μέσα έζησαν, για πρώτη φορά ίσως στη ιστορία της λογοτεχνίας, την εμμονή των απ'εξω να τους παρατηρούν σαν εργαστηριακό εύρημα, βασισμένοι στο δόγμα πως υπερρεαλισμός σημαίνει προσήλωση στο παράλογο, εξιδανίκευση της παράνοιας, με λίγα λόγια τρέλα. Οι από μέσα γνώριζαν καλά πως η υπέρβαση της συμβατικής λογικής, η απέχθεια της ερμηνευτικής μανίας, ή αποστροφή στη μιζέρια και στο βάλτωμα των ασήμαντων συναναστροφών θ' αργούσε πολύ να γίνει αντιληπτή. Το γνώριζαν γιατί ο υπερρεαλισμός τότε αλλά δυστυχώς και σήμερα σαν τρόπος ζωής αποτελούσε και αποτελεί κοινωνική προεξοχή κατά κανόνα μη αποδεκτή. Μπορεί αυτή τη στιγμή να μιλάμε για δικαίωση μιας εποχής, αυτή η δικαίωση όμως έχει να κάνει μόνο με το λόγο, την εικαστική δημιουργία ή οτιδήποτε άλλο περιορισμένο πάντα στα πλαίσια των τεχνών και όχι με το απόλυτο όραμα του 28χρονου γιατρού που γράφοντας το πρώτο μανιφέστο του το 1924 δημιουργούσε αδιέξοδα στους ακαδημαϊκά σκεπτόμενους.

"Ζούμε", έγραφε στο 1ο μανιφέστο του "κάτω από τη βασιλεία της λογικής, να, εξυπακούεται που ήθελα να έλθω. Αλλά οι λογικές διαδικασίες, στις μέρες μας, δεν βρίσκουν εφαρμογή παρά στη λύση προβλημάτων δευτερευόντων."[3]

Πολλοί μπέρδεψαν την εξύμνηση του παραλόγου με τη χλεύη της λογικής. Ναι ο ορθολογισμός, τα λογικά όρια, και ο εξίσου νερόβραστος όρος "κοινός νους" αποτελούσαν το κόκκινο πανί, όμως δεν ευθύνεται κανείς από τους μύστες, όσο οι απ' έξω για την ταύτιση του μαγικού όρου "υπερρεαλισμός", με κάθε τι ανεξήγητο, φαιδρό, κακόγουστο, αταίριαστο.

Η φαιδροποίηση ήταν το πιο ισχυρό όπλο των εχθρών του υπερρεαλισμού διεθνώς. Το ίδιο έγινε και στην Ελλάδα αλλά με τρόπο λίγο χωριάτικο και υστερικό, ο στόχος άλλωστε ήταν πιο μικρός και αρχικά είχε μόνο ένα όνομα, λεγόταν Ανδρέας Εμπειρίκος. Στην Ελλάδα, την ίδια περίπου περίοδο, η πρωτοπορία είναι πολυσυμπτωματική και διασπασμένη, τίποτα το οργανωμένο δεν είναι ικανό να μαρτυρήσει την καίρια απειλή για τη συντήρηση της εποχής. Ένα μεγάλο μέρος των αναγνωστών της ποίησης αποχωριζόμενο τον Καρυωτάκη ρέπει προς το Σεφέρη και βλέπει σ’ αυτόν την ουσιαστική αλλαγή στη χρήση της γλώσσας, ενώ την ίδια ακριβώς δεκαετία μερικοί τολμούν να ονοματίσουν την ποίησή τους υπερρεαλιστική. Ίσως η πολυσυζητημένη γενιά του 30 να διαψεύδει με τον καλύτερο τρόπο την ορθότητα του χωρισμού των ποιητών σε γενιές και όχι σε ρεύματα. Ποιητές που δρουν την ίδια περίοδο δεν είναι απλώς ποιητές με διαφορετική γλώσσα αλλά πλάσματα από διαφορετικούς πλανήτες.

Στο χρονικό μιας δεκαετίας ο Ελύτης μιλάει για “συγκομιδή από μοντέρνα ποιητικά βιβλία” και αναφέρει τον “παράφωνο αυλό του Καίσαρος Εμμανουήλ, τα ποιήματα του Νικήτα Ράντου, τη Στροφή του Γιώργου Σεφέρη”, ενώ συγχρόνως παραδέχεται πως “φαβορί της εποχής είναι ο Καρυωτάκης”[4], ωστόσο αργότερα ξεκαθαρίζει “άλλο ήταν ο Υπερρεαλισμός και άλλο η λεγόμενη μοντέρνα ποίηση[5].

Φοβάμαι πως θα σας υποβάλω στη δοκιμασία να ακούσετε ξανά, ίσως για εκατοστή φορά, το πιο διάσημο τμήμα του 1ου μανιφέστου[6].

“Αυτοματισμός ψυχικός καθαρός με τον οποίο προτίθεται κανείς να εκφράσει είτε προφορικά είτε γραπτά, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, την πραγματική λειτουργία της σκέψης. Υπαγόρευση της σκέψης με την απουσία κάθε ελέγχου από τη λογική, έξω από κάθε προκατάληψη αισθητική ή ηθική.” τους ζητά να γίνουν κοινωνοί “της εν ηδονή ζωής”, όπως με μοναδικό τρόπο μεταφέρει το μήνυμα ο Α. Εμπειρίκος.

Κάθε τι προσχεδιασμένο, επιτηδευμένο, με στόχο την καριέρα, τον πλουτισμό, την καθιέρωση, το βόλεμα είναι κολάσιμο. Ο ίδιος ο Μπρετόν λέει πως “Μόνη η ελάχιστη απώλεια ορμής θα μπορούσε” να του “είναι μοιραία[7]. Το γνωρίζει αλλά και το επιδιώκει εν τέλει το απόλυτο παιγνίδισμα της φαντασίας του να μη γίνει σύστημα. Κλείνοντας το πρώτο του μανιφέστο ξεκαθαρίζει τα πράγματα λέγοντας πως “ο σουρρεαλισμός, όπως τον αντιμετωπίζω, διακηρύσσει αρκετά τον απόλυτο μη-κομφορμισμό μας ώστε να μην υπάρξει θέμα μετάφρασής του, στη διαδικασία του πραγματικού κόσμου.”[8] (Βάλτε από μόνοι σας στην έννοια πραγματικός κόσμος τη διάσταση που σας ταιριάζει).

Προκαλώ τον εαυτό μου λοιπόν έτσι, να σας πει με μιαν απαγορευτική απλότητα: Να η διαφορά του Υπερρεαλισμού από ένα οποιοδήποτε άλλο νεωτερικό κίνημα, πλην του δυναμισμού του και της πολυσυλλεκτικότητάς του (όσον αφορά τη χώρα μας τουλάχιστον): Η διάρκειά του, η όψιμη φήμη του. Είναι γνωστό ότι στην Ελλάδα έφτασε επίσημα 10 χρόνια μετά τη δημοσίευση του 1ου μανιφέστου, με μια δημόσια ομιλία του Α. Εμπειρίκου σ’ ένα σχετικά ψυχρό ακροατήριο ενώ ευρύτερα γνωστή γίνεται η δυναμική του κινήματος τα χρόνια που τύποις άλλοι μοντερνισμοί ήταν επίκαιροι και άλλα μανιφέστα[9] πολύ πιο φρέσκα.

Γνωρίζουμε άλλωστε πως η λέξη μοντέρνο έχει εκ’φύσεως της μεταβατικό και αοριστολογικό χαρακτήρα, ο Οκτάβιο Πας λέει ότι υπάρχουν τόσες νεωτερικότητες και αρχαιότητες όσες αντίστοιχα εποχές και κοινωνίες[10] άρα θα αδικούσαμε τον ίδιο τον Υπερρεαλισμό αν τον περιορίζαμε απλώς στις νεωτερικότητες του χθες, ενώ συγχρόνως θα αδικούσαμε την ίδια την πορεία της κοινωνίας αν παραδεχόμασταν ότι σε μια νεωτερικότητα του τότε, μόλις τώρα αναγνωρίζουμε το μέγεθος της δυναμικής της. (Είναι σαφές ότι ο Υπερρεαλισμός είχε την κατάρα του ξενόφερτου και ιδίως εκείνη την περίοδο που η Ελλάδα συγκρατούσε μετά βίας το ελάχιστο δικό της. Οι λόγιοι και οι κρατούντες είχαν να κάνουν μ’έναν εχθρό που δεν τον έβλεπαν, ασαφή αλλά και επικίνδυνο, που απειλούσε να αλλοιώσει τη μεγαλύτερη κληρονομιά μας τη γλώσσα και την παράδοση).

Πολλοί κατηγόρησαν τους Έλληνες υπερρεαλιστές ή έστω μερίδα τους για εκμετάλλευση στοιχείων της ελληνικής παράδοσης που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν καλύτερα ή έστω ανώδυνα την πρωτοποριακή του πρόταση. Ίσως να έχουν δίκιο, όχι όμως τόσο όσον αφορά στην αιτία όσο στο αποτέλεσμα.

Το εγγενές πάθος της πιο διάσημης τετράδας (Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος, Ελύτης και Γκάτσος) για κάθε τι, συνειδητά ή ασυνείδητα, κρυμμένο στο σεντούκι της παράδοσης δημιουργούσε την εύλογη απορία: τι επιτέλους Παπαδιαμάντης ή Ελυάρ, Ματίς ή Θεόφιλος, Αραγκόν ή Κάλβος; Ο Μπρετόν μας προτρέπει να κλείνουμε από την πρώτη κιόλας σελίδα ένα βιβλίο ανάξιο να διαβαστεί[11]. Ας τον ακούσουμε και αν δεν έχουμε κάποια ακαδημαϊκή αναστολή ας αποτολμήσουμε το ίδιο για το βιβλίο των αποριών που προκύπτουν, αν αυτές αναχαιτίζουν το μέγιστο ζητούμενο, δηλαδή, την απόλαυση του δημιουργήματος και δη του υπερρεαλιστικού.

Αν στρέψει βέβαια κανείς την προσοχή του στην ποιητική γλώσσα του Εμπειρίκου τότε μπορεί κατά κάποιο τρόπο να δικαιολογήσει τον πανικό των επικριτών του. Το μείγμα μιας άψογης καθαρεύουσας με στοιχεία λαϊκής παράδοσης ενώ από κάτω ένα στέρεο στρώμα, μια υποδόρια λαγνεία να κυριαρχεί παντού, δεν ήταν δα ότι ονειρευόταν ένας τυπικός φιλόλογος λίγο πριν ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος χτυπήσει την πόρτα της ήδη ταλαιπωρημένης χώρας μας.

Δεν περιορίσθη ο υπερρεαλιστής μόνον στο να γράφει αυτόματα αλλά και να ζει κατά τρόπον διαφορετικόν”, έλεγε ο ίδιος, “δηλαδή αφήνων περισσότερον, ευρύτερον, πεδίον εις ότι εκ βαθέων προέρχεται από κάθε άνθρωπον, αλλά και απωθείται.”[12]. Αυτά βέβαια το 1973, προσκαλεσμένος στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, σένα κοινό που δεν θα αντιδρούσε και δεν θα κατσούφιαζε, τέσσερις περίπου δεκαετίες μετά την έκδοση της Υψικαμίνου, ενώ πέντε και πλέον δεκαετίες πριν ο Τριστάν Τζαρά είχε πει ότι “η σκέψη μορφώνεται στο στόμα”, προτρέποντας τις νέες γενιές ποιητών να παραιτηθούν από το κυνήγι του νοήματος, της έννοιας όσο ιδανική κι αν φαντάζει, αν ο ήχος, η ζωή της λέξης στη στοματική κοιλότητα όπως έλεγε ο Ελύτης είναι ικανή να τελέσει το δικό της μυστήριο και το παιγνίδι των ήχων ο αριστοκράτης της ζωής και της ποίησης όπως ονόμαζε ο Εγγονόπουλος τον Εμπειρίκο το γνώριζε καλά.”

Δεν θα ήθελα παραβάλλοντας τον όρο “υπερρεαλισμός” με οτιδήποτε φανταστεί κανείς να δείξω την πιθανή πολυεδρικότητα του φαινομένου. Ειπώθηκαν πολλά και γράφτηκαν πολύ περισσότερα για τους απίθανους συσχετισμούς και τις αυτόματες μεταλλάξεις που δέχεται ο ίδιος ο υπερρεαλισμός ελισσόμενος μέσα σε εποχές και κοινωνίες. Γράφτηκαν επίσης πολλά για την επιρροή που δέχτηκε η ίδια η κοινωνία από το ρεύμα αυτό (με την κανονική έννοια του όρου). Γνωρίζοντας όμως την ιδιότητα που έχει κάθε πρωτοπορία παρεμβαλλόμενη ανάμεσα στις εποχές να παίρνει άλλοτε τη μορφή καθρέφτη, άλλοτε τη μορφή φακού μεγέθυνσης ή σμίκρυνσης, άλλοτε πρίσματος, υποπτευόμαστε πόσο διαφορετική θα ήταν η εικόνα που έχουμε σήμερα για ότι προηγήθηκε και ότι ακολούθησε αν δεν συνέβαινε ποτέ η συνωμοσία στη οποία αρχικά αναφερθήκαμε.

Θα βαθμολογούσαμε τη δύναμη μιας λέξης με βάση τη γέννηση την πορεία το θάνατο του ηχητικού της αναλόγου από το στόμα στον αέρα και από τον αέρα στο αυτί;

Θα δεχόμασταν ότι κάθε λέξη, πράξη, ενέργεια που πηγάζει από ότι απωθούμε, αν αυτή ανεπιτήδευτα ανασαίνει είναι ειλικρινής και όχι παρανοϊκή;

Θα δεχόμασταν οποιαδήποτε μορφή έκφρασης ανεξαρτήτως μέσου, τόλμης, πρόκλησης, βαρύτητας, απλότητας αν δεν περνούσε από την ιστορία της τέχνης αυτό το φροντιστήριο αποδοχής του ακατέργαστου λατομήματος;

Από τη γέννηση του Dada[13] και μετά, η γλώσσα με την κραδασμική της υπόσταση κέρδισε έδαφος και από επικοινωνιακό μέσο έγινε μουσικό όργανο, προτείνοντας στον κοινωνό της ποίησης κάτι που ίσως το είχαν αντιληφθεί οι αναγνώστες του Κάλβου, μ’έναν αλλιώτικο βέβαια τρόπο βυθισμένοι πότε στον αγνό πατριωτισμό του πότε στις αντηχήσεις ενός πρωτοφανούς παραδείσειου χάους.

 

 

Αυτό που ίσως πρέπει να μας προβληματίζει σήμερα είναι η πιθανότητα να χάσουμε και άλλες γενναίες κινήσεις που πιθανόν να προσκρούουν στη γαλήνη και την αταραξία της αναμάσησης των παλαιών.

Μέσα στα τόσα αιτήματα κάθε εποχής υπάρχει και ένα που δείχνει ν’ανασαίνει κάθε φορά με διαφορετική συχνότητα, από διαφορετική γωνία, διατυπωμένο με διαφορετικό κάθε φορά τρόπο: Το αίτημα για απελευθέρωση της έκφρασης, για απελευθέρωση της γλώσσας”. Τέτοιου είδους αιτήματα θα δονούν το δικό μας μικρό ή μεγάλο κόσμο όταν εμείς, πίσω από ποια λογική δεν ξέρω, εξακολουθούμε να κάνουμε μνημόσυνα ή να προτείνουμε σαν νέο οτιδήποτε έπρεπε ήδη ν’αποτελεί λίθο για τη θεμελίωση του πραγματικά καινούριου. Αν το εμπόδιο είναι ένας από τους πολλούς νεο-ισμούς (αναφέρομαι κυρίως σε -ισμούς που έπονται ή δεν έχουν ονομασθεί ακόμα) δεν πρέπει να αισθανόμαστε και ιδιαίτερα υπερήφανοι.

Το αίτημα για απελευθέρωση της γλώσσας δεν δικαιώθηκε, ίσως να μην δικαιωθεί ποτέ, άλλωστε οι λέξεις αίτημα και δικαίωση (τοποθετημένες έτσι) είναι υπερρεαλιστικά αδόκιμες και ως τέτοιες οφείλω να τις διαγράψω κλείνοντας τη σύντομη αναφορά μου.

 

 

Makis Chrisostomidis

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

2ο κείμενο, Θέατρο Φούρνος

 

 

Ακούγεται συχνά ότι ο υπερρεαλισμός εκφράζει μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ότι δηλαδή γεννήθηκε την α χρονική στιγμή, διέγραψε μία πορεία και τώρα πλέον δεν υφίσταται παρά στη μνήμη μας, έστω στην ενεργό μας μνήμη. Συμπαθάτε με αλλά αυτό το σκεπτικό μου θυμίζει τη λογική των σεναρίων σε αμερικάνικα θρίλερ όπου ο σύζυγος προσφέροντας τη ζεστή του αγκαλιά στη σύζυγο, τη διαβεβαιώνει με χυδαία αυταρέσκεια ότι το βαμπιροειδές έχει επιτέλους ένα παλούκι μισό μέτρο στην καρδιά του.

Αυτό το ο υπερρεαλισμός έχει τελειώσει, δείχνει ότι μερικοί ανακουφίστηκαν τότε, και οι φορείς της υπερρεαλιστοφοβίας σήμερα εξακολουθούν να ανακουφίζονται αναλογιζόμενοι το ωφέλιμο του θανάτου του, όχι για την έλευση κάτι νέου αλλά για την εκταφή κάτι παλαιοτέρου και αν είναι δυνατόν παλαιότατου.

Αν μετρήσουμε με προσοχή τα κριτικά κείμενα και τα δοκίμια που έχουν γραφεί για τους νεωτερισμούς του σήμερα (δεχόμαστε ότι κάθε εποχή έχει τους νεωτερισμούς της) και τα συγκρίνουμε με τα κείμενα που αναφέρονται σε παλαιότερες γενιές και παλαιότερους νεωτερισμούς, σχεδόν θα τρομάξουμε με την παλαιολαγνεία των ιατροδικαστών του υπερρεαλισμού.

Αυτοί που συνήθως ασχημονούν, έστω στο πτώμα του υπερρεαλισμού είναι οι ίδιοι που θα ασχημονούν σε οτιδήποτε ξεπροβάλει απειλητικά και τείνει να ανατρέψει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων σε αισθητικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και πολιτικό επίπεδο.

Τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι πολλά. Τι γίνεται τέλος πάντων και όταν μια πρωτοπορία αρχίζει σιγά σιγά να εκφράζεται, πολεμιέται λυσσαλέα, ενώ όταν δοξάζεται, θανούσα πλέον με σαφώς ολοκληρωμένο τον κύκλο της, αμφισβητείται ή παραμορφώνεται;

Θα αναζητήσω πάλι το ανάλογο στη φτωχή κινηματογραφική μου παιδεία και θα ζητήσω βοήθεια από τα σενάρια που θέλουν τον απατημένο σύζυγο να διαβεβαιώνει τους φίλους του ότι ο εραστής της γυναίκας του έχει πεθάνει, αλλά και ζωντανός είχε εντονότατο πρόβλημα οργασμού και ας του μοιάζουν απελπιστικά τα παιδιά τους.

Η σύγκριση, η αμφισβήτηση, η κριτική στο εκάστοτε πολιτιστικό κατεστημένο είναι κίνητρα που με ωθούν έστω καταχρηστικά να παρομοιάσω κάθε μορφής συντήρηση με απατημένο σύζυγο και την επιθυμία για το καινούριο, σε όλα τα επίπεδα, με γυναίκα ταλαιπωρημένη από τη μονοτονία και τη συμβατικότητα.

 

Θεωρούμε δεδομένο ότι κάθε πρωτοπορία έχει ένα στόχο, ακόμα και οι πρωτοπορίες που ξεκίνησαν σαν ένα παιχνίδι ή μια φάρσα. Θα δεχόμασταν ίσως με ευκολία ότι κοινή βάση του συνόλου των αιτημάτων είναι η διεύρυνση των εκφραστικών μέσων (λόγος, υλικό -μονοδιάστατο πολυδιάστατο-, κίνηση εικόνα). Σκεφτόμενοι όμως λογικά υπολογίζουμε πως κάποτε (κερδίζοντας έστω λίγο έδαφος κάθε φορά), θα φτάναμε σε κάποιο σημείο που καμιά επανάσταση άρα καμιά αμφισβήτηση δεν θα ήταν θεμιτή, εφόσον το παιχνίδι της διεύρυνσης των εκφραστικών μέσων ή αλλιώς της απελευθέρωσης της έκφρασης θα κερδιζόταν.

Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι, η ιστορία τουλάχιστον αυτό μας λέει. Η μονοδιάστατη σκέψη μας δίνει το λόγο σε δύο υποθέσεις.

1.      Μερικές πρωτοπορίες δημιουργούν μεγαλύτερο χάσμα από αυτό που καλύπτουν.

2.      Η ανάγκη για απελευθέρωση της έκφρασης και για διεύρυνση των εκφραστικών μέσων, μεταλλάσσεται μέσα στο χρόνο δημιουργώντας μεγαλύτερες και ειδικότερες απαιτήσεις.

Οι υποθέσεις μας εμπλουτίζονται (και είμαστε υποχρεωμένοι να το πούμε) από την εμμονή ενός αξιόλογου μέρους των πρωτοποριών να αγγίζουν νοητά, κεφάλαια του παρελθόντος που υποτίθεται ότι μπορούν να παίξουν το ρόλο προζύμης.

Τα όρια όμως μεταξύ του σεβασμού που δικαιολογημένα πρέπει να δείχνουμε σε ότι καθαρό προηγήθηκε και στη αγκίστρωση λόγω ατολμίας είναι ασαφή και μετακινούμενα.

Η επιστροφή στο παρελθόν, όταν γίνεται με τρόπο συστηματικό, είναι δείγμα αδυναμίας των ταξιδευτών του χρόνου να δεχτούν πως το πραγματικά καινούριο όταν κουβαλάει έστω και την ελάχιστη οσμή από το ντουλάπι των πατεράδων μας κινδυνεύει να παραμείνει μία πειραματική πρωτοβουλία πάνω σε μία μηχανή του χρόνου που μοιραία κάποτε θα χάσει τον προσανατολισμό της μεταμορφωμένη όχι σε μία γοητευτική περιπλάνηση αλλά σε υστερική περιδίνηση ευπρόσβλητη και τρωτή.

Ο Οκτάβιο Πας στην Αναζήτηση της αρχής[14] επιθυμώντας να αποδεσμεύσει, στη συνείδηση των αναγνωστών του, τον ευρωπαϊκό υπερρεαλισμό από επιρροές που θα δημιουργούσαν σύγχυση, μας λέει κάτι που το έχουμε ξανακούσει μεν αλλά αν θέλουμε να μιλάμε για οργανωμένο ελληνικό υπερρεαλισμό δυσκολευόμαστε να το δεχτούμε ότι δηλαδή Περιορισμένος στα δικά του μέσα ο υπερρεαλισμός δεν έπαψε να διακηρύσσει ότι η απελευθέρωση του ανθρώπου οφείλει να είναι ολοκληρωτική. Στην Ελλάδα όσες πρωτοπορίες κατάφεραν να περάσουν τα σύνορα δέχτηκαν τις αλλοιώσεις που υφίσταται οτιδήποτε διαπερνάει το θώρακα της ελληνικής ατμόσφαιρας. Μιας ατμόσφαιρας διαμορφωμένης από συμπλέγματα υπεροχής και προσήλωσης σ’ ένα αμφισβητούμενο παρελθόν που καλώς ή κακώς σηματοδοτεί την παρουσία μας στο διεθνή χάρτη του πολιτισμού.

Από τη μία πλευρά δηλαδή έχουμε ένα παρελθόν που μας δεσμεύει και μας επιβάλλει να είμαστε συνεπείς και από την άλλη το φόβο της ελεύθερης κατάδυσης σ’ ένα φυσικό γεγονός που είναι η πρωτοπορία.

Επιτρέψτε μου να δω την κάθε πρωτοπορία σαν φυσικό γεγονός, σαν εξέλιξη μέσα στα πλαίσια της αναζήτησης ενός αντιπροσωπευτικού τρόπου ζωής και έκφρασης.

Έτσι μπορούμε να δεχτούμε σιγά σιγά ότι από την εποχή του υπερρεαλισμού μέχρι σήμερα δεν είναι η απραξία αυτό που χαρακτηρίζει τους περιπατητές του χώρου αλλά ο συνειδητός περιορισμός τους στον τόπο δράσης τους και η συστηματική αδιαφορία του κατεστημένου.

Αναφέρω το κίνημα Cobra[15], το κίνημα για ένα φαντασιακό Μπαουχάους[16], το Λεττριστικό κίνημα[17], το κίνημα της πυρηνικής τέχνης[18], τη Λεττριστική διεθνή, την Καταστασιακή διεθνή που απασχόλησαν κυρίως τη Βορειοδυτική Ευρώπη ενώ εδώ στην Ελλάδα μας έχουν απασχολήσει σχεδόν μόνο βιβλιογραφικά.

Αναφέρω επίσης τους Γλωσσοκεντρικούς ποιητές που έχουν εκπροσώπηση και στην Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά όμως ένα μεγάλο μέρος των σύγχρονων δοκιμιογράφων εξακολουθεί με τη δέουσα νηφαλιότητα να ανακαλύπτει τον Καρυωτάκη.

Έτσι ενώνοντας τα πάντα μεταξύ τους με αδόκιμο αλλά φοβάμαι ειλικρινή τρόπο βεβαιωνόμαστε πως η αναζήτησή μας για το νέο, στις καλύτερες στιγμές της

1) Πλανάται μεταξύ των ρεμπετάδικων, της ελληνικής ροκ και των καφέ της πλατείας Εξαρχείων

2) Επιβάλλει σαν ριζοσπαστική πρωτοπορία οτιδήποτε έχει ήδη απονευρωθεί με αποτέλεσμα να μετέχουν αρκετοί από εμάς σε ασφαλείς επαναστάσεις.

3) Ζητά τη μίμηση δοκιμασμένων προτύπων όπως αυτό του ελυτικού, του αρχιπελάγους δηλαδή, τη εκκλησιάς, του ασβεστωμένου τοίχου, που αν τα ζούσανε από την αρχή όσοι σήμερα τα χρησιμοποιούν ίσως να τα έβρισκαν λίγο φθοροποιά, όχι γιατί έχουν μειωμένη αισθητική ή συναισθηματική αξία αλλά γιατί έχουν κληθεί, όχι λίγες φορές, να παίξουν το ρόλο τεκμηρίου σε απόπειρες πνευματικής εξαπάτησης.

Ολοκληρώνοντας, χρησιμοποιούμε το δικαίωμα για μια προτροπή: Να μη φοβόμαστε τις πρωτοπορίες για να μην τις δούμε μπροστά μας 40 χρόνια μετά σαν απρόσωπα ιστορικά στοιχεία, σ’ ένα χώρο δηλαδή άβολο και αδιάφορο.

 

Μάκης Χρυσοστομίδης

 

 

Πίσω

 



[1] “... Και που τα θυμάται ο άλλος στην ώρα της παλίρροιας”, Α. Μπρετόν, “φασματικές στάσεις.”

[2] Είναι γνωστό ότι οι φουτουριστές και οι Dada όχι απλώς προηγούνται αλλά έχουν προκαλέσει ήδη τον πρώτο ημιγόνιμο κραδασμό, τύπου ξερής αντίδρασης στο παλιό .

[3] Α. Μπρετόν “Μανιφέστα του Υπερρεαλισμού”, μετ. Ε. Μοσχονά, εκδόσεις Δωδώνη, σ. 13

[4] Ο. Ελύτης, “Ανοιχτά χαρτιά”, το χρονικό μιας δεκαετίας, εκδόσεις Ίκαρος σ. 341

[5] Ο. Ελύτης, “Ανοιχτά χαρτιά”, το χρονικό μιας δεκαετίας, εκδόσεις Ικαρος σ. 385

[6] Α. Μπρετόν, “Μανιφέστα του Υπερρεαλισμού”, μετ. Ε. Μοσχονά, εκδόσεις Δωδώνη. σ. 29

[7] Α. Μπρετόν, “Μανιφέστα του Υπερρεαλισμού”, μετ. Ε. Μοσχονά, εκδόσεις Δωδώνη. σ. 37

[8] Α. Μπρετόν, “Μανιφέστα του Υπερρεαλισμού”, μετ. Ε. Μοσχονά, εκδόσεις Δωδώνη, σ. 51

[9] Είναι γνωστό ότι την περίοδο που κινήματα όπως αυτά των λετριστών και των καταστασιαστών αρχίζουν να κινούνται δυναμικά στο χώρο των Τεχνών, ο υπερρεαλισμός μόλις αρχίζει, επίσημα τουλάχιστον, να απασχολεί αυτούς που έπρεπε να απασχολήσει.

[10] Οκτάβιο Πας, “Η άλλη φωνή, ποίηση και νεωτερικότητα”, μετ. Πεγκυ Πάνου, εκδ. Αλεξάνδρεια σελ. 46

[11] “...δεν μου έχει αφεθεί άλλο αυτοπροαίρετο δικαίωμα από το να κλείσω το βιβλίο, πράγμα που δεν αποφεύγω από την πρώτη σελίδα”, Α. Μπρετόν, “Μανιφέστα του Υπερρεαλισμού”, μετ. Ε. Μοσχονά, εκδόσεις Δωδώνη, σ. 11

[12] Συζήτηση στη Θεσσαλονίκη 1973, περιοδικό Χάρτης “Αφιέρωμα στον Ανδρέα Εμπειρίκο” τεύχος 17/18 Νοεμβρ. 1985,σελ 632.

[13] 8 Φεβρουαρίου 1918, Ζυρίχη, Τζαρά - Χουέλσενμπέκ - Αρπ

[14] Οκτάβιο Πας Η αναζήτηση της αρχής, δοκίμια για τον υπερρεαλισμό. Εκδόσεις Ηριδανός, μετ. Μάγια Μαρία Ρούσσου. Σελ. 23

[15] 1948-51, Κοπεγχάγη, Βρυξέλες, Άμστερνταμ. (Γιορν, Κορνεϊγ, Αλεσίνσκι, Ντοτρεμόν).

[16] 1951, (Γιορν, Γκαλίτσο)

[17] 1946, (Ιζιντόρ Ιζού)

[18] 1955, (Σιμόντο, Μπαχ).