Make your own free website on Tripod.com

Το κόκκινο βιβλίο

 

Η κυρία Α αγόρασε ένα βιβλίο με κόκκινο εξώφυλλο αξίας χιλίων δραχμών. Η ιστορία του βιβλίου, που ήτανε αρκούντως περιπετειώδες, ξεκινούσε με τη φράση η μέρα άρχιζε ευχάριστα κάθε πρωί στην ανατολική όχθη… και τελείωνε με τη φράση θα μπορούσε να είχε απολαύσει τη μοναδική του βόλτα στη δυτική όχθη..

Η κυρία Α ζει στην Αθήνα σ’ ένα τριάρι παλιάς πολυκατοικίας, δίπλα της μένει η κυρία που είναι χωρισμένη μητέρα και διατηρεί σχέσεις με τον κύριο Л που είναι οδηγός υπεραστικού λεωφορείου. Τα παιδιά της, ο Т και η Д παραμελούν τα μαθήματά τους και κάνουν τη μητέρα τους έξαλλη αυτό έχει σαν συνέπεια αρκετά από τα βράδια της κυρίας Α να περνούν μέσα σ’ ένα κύμα εφιαλτικών καβγάδων και φωνών, αν συνυπολογίσει δε κανείς και τα συχνά προβλήματα της κυρίας με τον κύριο Л τότε τα πράγματα γίνονται κάτι παραπάνω από δυσάρεστα.

Η κυρία Α στο κόκκινο αυτό βιβλίο, του οποίου οι σελίδες είναι 177 βρίσκει την ηρεμία της. Συχνάζει σε καφενεία, πλατείες, λιμάνια, πάρκα και διαβάζει κάθε μέρα περί τις τέσσερις έως πέντε σελίδες, όπως ένας λάτρης του καλού κονιάκ, προκειμένου να μην τελειώσει το αγαπημένο συλλεκτικό του μπράντυ.

Η κυρία Α ταΐζει τα περιστέρια, τους κύκνους, αφήνει κατοστάρικα σε περιπλανώμενους εξαρτημένους, συνομιλεί με πλανόδιους, κάνει δωρεές στον ερυθρό σταυρό, συμπαρίσταται στους δυστυχείς, αγοράζει κάρτες unicef, αποφεύγει τις χαμηλού επιπέδου συζητήσεις, δεν θίγει τρίτους όταν απουσιάζουν, διαβάζει τη φωνή του Κουρδιστάν, στέλνει επιστολές για την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων, νηστεύει τις παραμονές των μεγάλων γιορτών, αφήνει 10% επιπλέον στο τυπικό φιλοδώρημα των σερβιτόρων, αρνείται να ψηφίσει, δεν κοινωνεί στην εκκλησία αν δεν αισθάνεται έτοιμη για κάτι τέτοιο, δέχεται με επιφύλαξη την καλή προαίρεση των ιερέων, ενημερώνεται για τις ταινίες της εβδομάδας και βλέπει μόνο αυτές του ανεξάρτητου κινηματογράφου, διατηρεί μια σοφή ισορροπία ανάμεσα στη διασκέδαση και στην ψυχαγωγία. Κοντολογίς η κυρία Α ζει σ’ έναν εφιάλτη ή καλύτερα ανάμεσα στο δικό της και στον εφιάλτη της κυρίας .

Το πρωινό της 24ης Φεβρουαρίου η κυρία Α αποφάσισε να μιλήσει στην κυρία . Είχε μάλιστα έτοιμα τα λόγια της, θα ήτανε κόσμια αλλά αρκετά επιθετική είχε άλλωστε περάσει αρκετός καιρός και της έμεναν μόνο τέσσερις σελίδες αδιάβαστες από το κόκκινο βιβλίο, όση οικονομία και να έκανε κάποτε θα έφτανε στη τελευταία πρόταση. Δυναμικά λοιπόν η κυρία Α μπροστά στα νέα δεδομένα έπρεπε να φανεί άξια των περιστάσεων και να βάλει τέλος σ’ αυτή την απαράδεκτη ταλαιπωρία. Ήταν μάλιστα βέβαιη ότι αυτή η δυναμική παρέμβαση της στα πράματα θα έθετε ένα τέλος και στην ταλαιπωρία της κυρίας , αφού πάντα ένας τρίτος, εφ’ όσον αυτός ξέρει να χειρίζεται καταστάσεις, λειτουργεί ενωτικά σε μία οικογένεια που αντιμετωπίζει προβλήματα.

Θα τα πω έξω από τα δόντια, θα δείξω ότι νοιάζομαι, θα κρατήσω όμως απόσταση από τα επιμέρους προβλήματα, δεν θα’ θελα ούτε θα μπορούσα άλλωστε να παίξω το διαμεσολαβητή ανάμεσα στην κυρία και στον κύριο Л. Θέλω πίσω την ησυχία μου είπε με οργή στον καθρέφτη της και όρμηξε στο διάδρομο της πολυκατοικίας, σκεφτόμενη μια ακόμη φορά τις τέσσερις σελίδες που απέμεναν από το κόκκινο βιβλίο.

Στο χτύπημα της πόρτας απάντησε ένα αργό και μετ’ εμποδίων σύρσιμο της πόρτας, καθώς η κυρία προσπαθούσε να παραμερίσει τα παιγνίδια των παιδιών κι ένα δυο πεσμένα περιοδικά. Ένα πλατύ χαμόγελο διαδέχτηκε την περιορισμένη έκπληξη. Της ζήτησε να περάσει. Η κυρία Α αφού περιεργάστηκε ταχύτατα το πεδίο της μάχης, πήγε και κάθισε στη μόνη αδειανή πολυθρόνα, πατώντας σχεδόν στις μύτες των ποδιών της. Τότε σχεδόν αιφνιδιαστικά η κυρία της πρότεινε ένα φλιτζάνι κολομβιανό καφέ. Η άρνηση της κυρίας Α ήταν μάλλον περιττή, η κυρία πετάχτηκε στην κουζίνα και γέμισε δύο φλιτζάνια φιλτραρισμένο καφέ κι ένα πιάτο με κουλουράκια σοκολάτας. Τα δυο παιδιά έλειπαν, παρ’ όλα αυτά όμως το σπίτι ήταν πολύ ακατάστατο, σε σημείο που να προκαλεί πονοκέφαλο ή κάτι σαν το αίσθημα της ασφάλειας ή τη ζεστασιάς στο μέσο άτολμο μικροαστό. Η εικόνα της ακαταστασίας έκανε την κυρία Α δυνατότερη, ο αντίπαλος της δεν είχε οχυρωθεί, ήταν ευάλωτος και θα μπορούσε κάλλιστα να τον στριμώξει επισημαίνοντας του και μόνο τη μιζέρια του θα μπορούσε να τον στριμώξει αλλά δεν ήταν αυτός ο σκοπός της παρά μόνο η ησυχία της και η γαλήνη της μετά τις τέσσερις σελίδες του κόκκινου βιβλίου.

Η κυρία Α γεύτηκε μηχανικά τον καφέ της, το ίδιο μηχανικά σχημάτισε στο πρόσωπό της έναν από του θαυμασμούς που είχε μάθει στη συγκρατημένη κοινωνική ζωή της. είναι πράγματι ωραίος είπε και έφτιαξε λίγο τα μαλλιά της. Τα μαλλιά της κυρίας Α είναι πράγματι ένα υπόδειγμα τάξης. Τα ρούχα της φροντίζει πάντοτε να είναι, αν όχι πανομοιότυπα, τουλάχιστον παραπλήσια των αποχρώσεών της. Πιστεύει, ακόμα και τώρα, πως τα κόκκινα μαλλιά κάνουν ξεχωριστή μια γυναίκα, πως κάτι δηλώνουν σ’ αυτόν που τ’ αντιμετωπίζει ισχύ ίσως. Είναι πράγματι ωραίος επανέλαβε. Κι εκεί έμεινε, ακολούθησε μία κατακλυσμιαία πολυλογία της κυρίας που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να τη σταματήσει. Τίναζε τα χέρια της, φώναζε, γελούσε, χτυπούσε πότε τις γάμπες της πότε το μέτωπό της κι έριχνε δυο δυο τα κουλουράκια σοκολάτας στο στόμα της, προσπαθώντας να εφοδιάσει τον οργανισμό της θαρρείς απέναντι στην αποσβολωμένη κυρία Α.

Να σας βάλω κι άλλο καφέ τη ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση πετάχτηκε μέσα στην κουζίνα και ξαναγέμισε τα φλιτζάνια. Αυτό το διάλειμμα έδωσε την ευκαιρία στην κυρία Α να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις της και να ξανασκεφτεί το σκοπό της επίσκεψής της. Θυμήσου τις τέσσερις σελίδες έλεγε συνέχεια στον εαυτό της τις τέσσερις σελίδες. Κι εκτός από το κόκκινο βιβλίο ήτανε και η προσωπική της ευτυχία, ως πότε θ’ αλώνιζε σε πλατείες και πάρκα, κάποτε θα ξανακλεινότανε σπίτι της και θα υποχρέωνε τον εαυτό της να ανέχεται τα προβλήματα των γειτόνων της. Η κυρία ξαναμπήκε με τα δύο φλιτζάνια γεμάτα, της πρόσφερε ξανά το ένα. Πριν πάρει το φλιτζάνι η κυρία Α καλά καλά στα χέρια της ξεκίνησε μια πρόταση που ούτε η ίδια ήξερε πως θα καταλήξει, της αρκούσε μόνο που μιλούσε εκείνη. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας λείπω από το σπίτι, όσες φορές όμως… κι εκεί διακόπηκε μία ακόμη φορά από την ανίκητη κυρία : ευτυχώς γιατί μ’ εμάς δίπλα σας δεν θα είχατε καθόλου την ησυχία σας και ακολούθησε ένας δεύτερος γύρος πολυλογίας που αυτή τη φορά όμως ήταν πιο αποκαλυπτικός. Περιελάμβανε λεπτομέρειες από την προσωπική ζωή της κυρίας , από τη σχέση της με τον κύριο Л, από τα προβλήματα με τα παιδιά της τον Т και τη Д. Ένα σωστό ιστορικό των προβλημάτων της, των ερώτων της και των απόψεών της για τη ζωή. Της είπε σχεδόν τα πάντα για τη ζωή της.

Θα δεχότανε πως είχε κάποιο ενδιαφέρον όλος αυτός ο κατακλυσμός αν δεν συγκρουότανε με την πεποίθησή της ότι η προσωπική ζωή των ανθρώπων πρέπει να θωρακίζεται και να μην γίνεται έρμαιο στην πρώτη ευκαιριακή συζήτηση. Η περιέργεια όμως, αυτή η θαμμένη αρρώστια της, ακόμα και για τα πολύ κοινότοπα και λαϊκά απωθημένα της κυρίας την είχε εγκλωβίσει σε μία ηδονική ακρόαση χωρίς προηγούμενο.

Άκουγε τα πάντα, ότι της έλεγε σχεδόν το ρουφούσε για το πώς γνώρισε τον κύριο Л, πότε έκανε και με ποιον τα παιδιά της, για τις αρρώστιες των παιδιών, για τους γονείς της, για τον αδερφό της που είναι στη φυλακή γιατί πούλησε ένα οικόπεδο σε τρεις ανθρώπους, για το πώς τα φέρνει βόλτα με το οικονομικό, αλλά κυρίως μιλούσε για τον κύριο Л. Αυτός, ο κύριος Л, ήταν η ανοιχτή πληγή στη ζωή της και γι’ αυτόν, εκείνη την ημέρα η κυρία Α, είχε μάθει σχεδόν τα πάντα. Έφτασε στο σημείο μέσα στην απελπιστική μοναξιά της να βλέπει μάλλον γοητευτικό αυτόν τον απαράδεκτο μέχρι χτες τύραννο της κυρίας . Ίσως ένα από τα λάθη της κυρίας να’ ναι και η αφέλειά της, η άνεση με την οποία μιλούσε σε κάποια άγνωστη για τα παιδιά της , την οικογένειά της και τον εραστή της.

Η επίσκεψη της κυρίας Α στο σπίτι της κυρίας ήταν μάλλον άκαρπη, δεν έχασε ακριβώς, της ξέφυγε βέβαια η ευκαιρία να παραπονεθεί αλλά μπήκε στη ζωή της ένας σκοπός να γνωρίσει τον κύριο Л. Την επομένη το πρωί η κυρία Α βγήκε για την καθιερωμένη βόλτα, παίρνοντας μαζί της το κόκκινο βιβλίο, του οποίου μόνο τις τέσσερις σελίδες είχε αφήσει αδιάβαστες και σκόπευε σήμερα να το τελειώσει. Μάταια όμως όλες αυτές οι βόλτες σε πλατείες και λιμάνια, σε καφενεία και χώρους αναψυχής, το βιβλίο ούτε που το άνοιξε. Σε κάποια στιγμή τράβηξε το σελιδοδείκτη και τον πέταξε σ’ ένα κάδο. Για την κυρία Α πλέον, το βιβλίο, είτε υπήρχε είτε δεν υπήρχε ήταν το ίδιο και το αυτό. Στη σκέψη της πλέον κυριαρχούσε ο κύριος Л του οποίου το πρόσωπο καλά καλά δεν είχε δει ποτέ της, λίγο φευγαλέα ίσως στην είσοδο της πολυκατοικίας και μια φορά μετά από έναν ισχυρό καυγά με την κυρία . Τότε της είχε φανεί μάλλον αδιάφορος καθώς ήταν ατημέλητος και σκυφτός και κατακόκκινος από το θυμό του.

Το λάθος της κυρίας να αποκαλύψει τις κρυφές πτυχές της ζωής της με τον κύριο Л, σε μια γυναίκα μάλιστα που θα άρπαζε ότι της πετούσαν, ήταν διπλό. Το κόκκινο βιβλίο θα’ μενε αδιάβαστο και η κυρία κινδύνευε να μείνει χωρίς εραστή, αφού είναι γνωστό πως δια της διηγήσεως μιας τόσο επιτυχημένης προσωπικής ιστορίας καταφέρνεις να κάνεις τον άλλον μέτοχό της. Με την περίεργη χημεία λοιπόν της διήγησης, η κυρία Α έγινε ο άσπονδος φίλος που θέλει να φαει από το πιάτο του φίλου του.

Επιστρέφοντας στο σπίτι η κυρία Α έκρυψε το κόκκινο βιβλίο στο κομοδίνο και έστησε καρτέρι στον κύριο Л που υπέθετε, βάσει των συνηθειών του, πως θα γυρνούσε στο σπίτι της κυρίας πριν νυχτώσει. Η αναμονή, πίσω από την πόρτα της, την έκανε να σκεφτεί την ιστορία από την αρχή και να τρομάξει με την ταχύτητα που συνέβησαν όλα. Κατά τις 8.30 φάνηκε ο κύριος Л. Φανερά κουρασμένος έσπρωξε την εξώπορτα και προχώρησε στο διάδρομο που οδηγεί στις σκάλες. Η κυρία Α άκουγε τα βήματά του καθώς ανέβαινε τη σκάλα. Παρά τον αυστηρό προσχεδιασμό η καρδιά της κυρίας Α άρχισε να χτυπά γρήγορα. Ήταν όμως αποφασισμένη και δεν θα υποχωρούσε, όπως κι αν την αντιμετώπιζε ο κύριος Л. Προσπάθησε έτσι να συγχρονίσει το άνοιγμα της πόρτας της με το πέρασμα του κυρίου Л. Έτσι, τη στιγμή που ο κύριος Л περνούσε ακριβώς μπροστά από την πόρτα της, η κυρία Α την ανοίγει με δύναμη και τον σταματάει. Δε μου λετε σας παρακαλώ, είμαστε υποχρεωμένοι όλοι εμείς οι υπόλοιποι να ταλαιπωρούμαστε με τις φασαρίες σας, έτσι και ξανακούσω φασαρία θα σας φέρω την αστυνομία. Ο κύριος Л προσπάθησε να την ηρεμήσει ζητώντας της συγνώμη, υποσχόμενος πως δεν θα επαναληφθεί. σας το υπόσχομαι δεν θα ξανακούσετε φασαρία είπε και μπήκε σχεδόν τρομοκρατημένος στο σπίτι της κυρίας .

Η κυρία Α έκλεισε την πόρτα της και ήσυχη πως δεν θα την ενοχλήσουν ξανά έβγαλε το κόκκινο βιβλίο από το κομοδίνο. Το βιβλίο το τελείωσε σπίτι της σε ένα κύμα απόλυτης γαλήνης και ησυχίας θα μπορούσε να είχε απολαύσει τη μοναδική του βόλτα στη δυτική όχθη. διάβασε και το έκλεισε. Την επομένη σκεφτόταν να αγοράσει άλλο βιβλίο.

 

 

Makis Chrisostomidis

 

Πίσω